めんかう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντικρίζω κάποιον πρόσωπο με πρόσωπο

Παραδείγματα

  • 先生せんせいめんかいます

    Θα συναντήσω τον δάσκαλο πρόσωπο με πρόσωπο.

  • 彼女かのじょかれめんかい、自分じぶん意見いけんつたえました。

    Αντιμετώπισε τον και του είπε τη γνώμη της.

  • 重要じゅうようはなしがあるから、あと二人ふたりめんかってはなしたいとおもいます。

    Έχω κάτι σημαντικό να σου πω, οπότε θα ήθελα να μιλήσουμε πρόσωπο με πρόσωπο αργότερα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
面と向かう
Παρόν (ευγενικό)
面と向かいます
Άρνηση (απλή)
面と向かわない
Άρνηση (ευγενική)
面と向かいません
Παρελθόν (απλό)
面と向かった
Παρελθόν (ευγενικό)
面と向かいました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
面と向かわなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
面と向かいませんでした
Τε-μορφή
面と向かって
Δυνητική
面と向かえる
Προστακτική
面と向かえ
Βουλητική
面と向かおう
Υποθετική (ば)
面と向かえば