面忘れ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αδυναμία αναγνώρισης κάποιου προσώπου, αποτυχία αναγνώρισης κάποιου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 面忘れする
- Παρόν (ευγενικό)
- 面忘れします
- Άρνηση (απλή)
- 面忘れしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 面忘れしません
- Παρελθόν (απλό)
- 面忘れした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 面忘れしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 面忘れしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 面忘れしませんでした
- Τε-μορφή
- 面忘れして
- Δυνητική
- 面忘れできる
- Προστακτική
- 面忘れしろ
- Βουλητική
- 面忘れしよう
- Υποθετική (ば)
- 面忘れすれば
- Υποθετική (たら)
- 面忘れしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 面忘れしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 面忘れするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 面忘れしなさい
- Παθητική
- 面忘れされる
- Αιτιατική
- 面忘れさせる