めんぼくほどこ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κερδίζω αναγνώριση, κερδίζω τιμή, αποκτώ κύρος

Κλίση

Παρόν (απλό)
面目を施す
Παρόν (ευγενικό)
面目を施します
Άρνηση (απλή)
面目を施さない
Άρνηση (ευγενική)
面目を施しません
Παρελθόν (απλό)
面目を施した
Παρελθόν (ευγενικό)
面目を施しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
面目を施さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
面目を施しませんでした
Τε-μορφή
面目を施して
Δυνητική
面目を施せる
Προστακτική
面目を施せ
Βουλητική
面目を施そう
Υποθετική (ば)
面目を施せば