おもかじ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στρίβω το πηδάλιο δεξιά

Κλίση

Παρόν (απλό)
面舵を取る
Παρόν (ευγενικό)
面舵を取ります
Άρνηση (απλή)
面舵を取らない
Άρνηση (ευγενική)
面舵を取りません
Παρελθόν (απλό)
面舵を取った
Παρελθόν (ευγενικό)
面舵を取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
面舵を取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
面舵を取りませんでした
Τε-μορφή
面舵を取って
Δυνητική
面舵を取れる
Προστακτική
面舵を取れ
Βουλητική
面舵を取ろう
Υποθετική (ば)
面舵を取れば