めんとお

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη αναγνώριση υπόπτων, παράταξη υπόπτων για αναγνώριση

Κλίση

Παρόν (απλό)
面通しする
Παρόν (ευγενικό)
面通しします
Άρνηση (απλή)
面通ししない
Άρνηση (ευγενική)
面通ししません
Παρελθόν (απλό)
面通しした
Παρελθόν (ευγενικό)
面通ししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
面通ししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
面通ししませんでした
Τε-μορφή
面通しして
Δυνητική
面通しできる
Προστακτική
面通ししろ
Βουλητική
面通ししよう
Υποθετική (ば)
面通しすれば