めんらう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μπερδεύομαι, τα χάνω, αιφνιδιάζομαι

Παραδείγματα

  • その質問しつもんに、面食めんくらいました。

    Μπέρδεψα με την ερώτηση.

  • 突然とつぜん出来事できごとに、みんな面食めんくらってしまいました。

    Όλοι αιφνιδιάστηκαν από το ξαφνικό γεγονός.

  • 予期よきせぬ状況じょうきょうおちいり、しばらくは面食めんくらって言葉ことばませんでした。

    Βρέθηκα σε μια απρόβλεπτη κατάσταση και για λίγο τα έχασα, δεν μπορούσα καν να μιλήσω.

Κλίση

Παρόν (απλό)
面食らう
Παρόν (ευγενικό)
面食らいます
Άρνηση (απλή)
面食らわない
Άρνηση (ευγενική)
面食らいません
Παρελθόν (απλό)
面食らった
Παρελθόν (ευγενικό)
面食らいました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
面食らわなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
面食らいませんでした
Τε-μορφή
面食らって
Δυνητική
面食らえる
Προστακτική
面食らえ
Βουλητική
面食らおう
Υποθετική (ば)
面食らえば