くら

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αλλαγή (εργασίας, αφοσίωσης, στάσης, κ.λπ.), μεταπήδηση
  2. 02 αλλαγή έδρας (ιερόδουλης, γκέισας, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
鞍替えする
Παρόν (ευγενικό)
鞍替えします
Άρνηση (απλή)
鞍替えしない
Άρνηση (ευγενική)
鞍替えしません
Παρελθόν (απλό)
鞍替えした
Παρελθόν (ευγενικό)
鞍替えしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鞍替えしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鞍替えしませんでした
Τε-μορφή
鞍替えして
Δυνητική
鞍替えできる
Προστακτική
鞍替えしろ
Βουλητική
鞍替えしよう
Υποθετική (ば)
鞍替えすれば