鞣す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα δεψάζω (δέρμα, προβιά κ.ά.), κατεργάζομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 鞣す
- Παρόν (ευγενικό)
- 鞣します
- Άρνηση (απλή)
- 鞣さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 鞣しません
- Παρελθόν (απλό)
- 鞣した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 鞣しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 鞣さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 鞣しませんでした
- Τε-μορφή
- 鞣して
- Δυνητική
- 鞣せる
- Προστακτική
- 鞣せ
- Βουλητική
- 鞣そう
- Υποθετική (ば)
- 鞣せば
- Υποθετική (たら)
- 鞣したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 鞣したい
- Απαγορευτική (~な)
- 鞣すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 鞣しなさい
- Παθητική
- 鞣される
- Αιτιατική
- 鞣させる