むち

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μαστιγώνω, δέρνω, ραβδίζω, παρακινώ, ενθαρρύνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
鞭打つ
Παρόν (ευγενικό)
鞭打ちます
Άρνηση (απλή)
鞭打たない
Άρνηση (ευγενική)
鞭打ちません
Παρελθόν (απλό)
鞭打った
Παρελθόν (ευγενικό)
鞭打ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鞭打たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鞭打ちませんでした
Τε-μορφή
鞭打って
Δυνητική
鞭打てる
Προστακτική
鞭打て
Βουλητική
鞭打とう
Υποθετική (ば)
鞭打てば