おとがする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάνω ήχο, βγάζω ήχο
  2. 02 ακούω

Παραδείγματα

  • へんおとがする

    Ακούγεται ένας περίεργος ήχος.

  • となり部屋へやから音楽おんがくおとがする

    Ακούγεται μουσική από το διπλανό δωμάτιο.

  • とおくからサイレンのおとがするのがこえるたびに、なにかあったのかと不安ふあんになる。

    Κάθε φορά που ακούω τον ήχο μιας σειρήνας από μακριά, ανησυχώ μήπως έχει συμβεί κάτι.

Κλίση

Παρόν (απλό)
音がする
Παρόν (ευγενικό)
音がします
Άρνηση (απλή)
音がしない
Άρνηση (ευγενική)
音がしません
Παρελθόν (απλό)
音がした
Παρελθόν (ευγενικό)
音がしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
音がしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
音がしませんでした
Τε-μορφή
音がして
Δυνητική
音ができる
Προστακτική
音がしろ
Βουλητική
音がしよう
Υποθετική (ば)
音がすれば