おと

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ψαλίδισμα (του ήχου), αποκοπή ηχητικού σήματος
  2. 02 φωνηεντική ρήξη, σπάσιμο φωνήεντος

Κλίση

Παρόν (απλό)
音割れする
Παρόν (ευγενικό)
音割れします
Άρνηση (απλή)
音割れしない
Άρνηση (ευγενική)
音割れしません
Παρελθόν (απλό)
音割れした
Παρελθόν (ευγενικό)
音割れしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
音割れしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
音割れしませんでした
Τε-μορφή
音割れして
Δυνητική
音割れできる
Προστακτική
音割れしろ
Βουλητική
音割れしよう
Υποθετική (ば)
音割れすれば