おんていはずれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεκουρδίζομαι, είμαι εκτός τόνου, τραγουδώ φάλτσα

Κλίση

Παρόν (απλό)
音程が外れる
Παρόν (ευγενικό)
音程が外れます
Άρνηση (απλή)
音程が外れない
Άρνηση (ευγενική)
音程が外れません
Παρελθόν (απλό)
音程が外れた
Παρελθόν (ευγενικό)
音程が外れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
音程が外れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
音程が外れませんでした
Τε-μορφή
音程が外れて
Δυνητική
音程が外れられる
Προστακτική
音程が外れろ
Βουλητική
音程が外れよう
Υποθετική (ば)
音程が外れれば