音頭をとる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παίρνω την πρωτοβουλία (μιας ομάδας ανθρώπων), ηγούμαι (ενός πρόποσης, ζητωκραυγής κ.λπ.)
- 02 τραγουδώ τις πρώτες νότες ενός τραγουδιού ώστε να ακολουθήσουν οι υπόλοιποι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 音頭をとる
- Παρόν (ευγενικό)
- 音頭をとります
- Άρνηση (απλή)
- 音頭をとらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 音頭をとりません
- Παρελθόν (απλό)
- 音頭をとった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 音頭をとりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 音頭をとらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 音頭をとりませんでした
- Τε-μορφή
- 音頭をとって
- Δυνητική
- 音頭をとれる
- Προστακτική
- 音頭をとれ
- Βουλητική
- 音頭をとろう
- Υποθετική (ば)
- 音頭をとれば
- Υποθετική (たら)
- 音頭をとったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 音頭をとりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 音頭をとるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 音頭をとりなさい
- Παθητική
- 音頭をとられる
- Αιτιατική
- 音頭をとらせる