おんをとる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παίρνω την πρωτοβουλία (μιας ομάδας ανθρώπων), ηγούμαι (ενός πρόποσης, ζητωκραυγής κ.λπ.)
  2. 02 τραγουδώ τις πρώτες νότες ενός τραγουδιού ώστε να ακολουθήσουν οι υπόλοιποι

Κλίση

Παρόν (απλό)
音頭をとる
Παρόν (ευγενικό)
音頭をとります
Άρνηση (απλή)
音頭をとらない
Άρνηση (ευγενική)
音頭をとりません
Παρελθόν (απλό)
音頭をとった
Παρελθόν (ευγενικό)
音頭をとりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
音頭をとらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
音頭をとりませんでした
Τε-μορφή
音頭をとって
Δυνητική
音頭をとれる
Προστακτική
音頭をとれ
Βουλητική
音頭をとろう
Υποθετική (ば)
音頭をとれば