おと

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πήδημα (σε CD, δίσκο κ.λπ.), διακοπή αναπαραγωγής

Κλίση

Παρόν (απλό)
音飛びする
Παρόν (ευγενικό)
音飛びします
Άρνηση (απλή)
音飛びしない
Άρνηση (ευγενική)
音飛びしません
Παρελθόν (απλό)
音飛びした
Παρελθόν (ευγενικό)
音飛びしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
音飛びしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
音飛びしませんでした
Τε-μορφή
音飛びして
Δυνητική
音飛びできる
Προστακτική
音飛びしろ
Βουλητική
音飛びしよう
Υποθετική (ば)
音飛びすれば