頃ころ

ουσιαστικό, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: けい

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα περίπου ώρα, περίπου χρόνος, γύρω, κατά, προς
  2. 02 κατάλληλη ώρα, κατάλληλος χρόνος (ή συνθήκη)
  3. 03 εποχή του χρόνου, εποχή

Παραδείγματα

  • 今頃いまごろ、家いえに帰かえります。

    Κάπου τώρα θα γυρίσω σπίτι.

  • 子供こどもの頃ころはよく公園こうえんで遊あそんでいました。

    Όταν ήμουν παιδί, έπαιζα συχνά στο πάρκο.

  • 仕事しごとで忙いそがしかったけれど、この頃ごろは少すこし落ち着おちついてきたように感かんじます。

    Αν και ήμουν απασχολημένος με τη δουλειά, τον τελευταίο καιρό νιώθω πως τα πράγματα έχουν κάπως ηρεμήσει.