じゅんのう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσαρμογή, εναρμόνιση, συμμόρφωση, ρύθμιση
  2. 02 εγκλιματισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
順応する
Παρόν (ευγενικό)
順応します
Άρνηση (απλή)
順応しない
Άρνηση (ευγενική)
順応しません
Παρελθόν (απλό)
順応した
Παρελθόν (ευγενικό)
順応しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
順応しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
順応しませんでした
Τε-μορφή
順応して
Δυνητική
順応できる
Προστακτική
順応しろ
Βουλητική
順応しよう
Υποθετική (ば)
順応すれば