じゅんせつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χρήση συνδέσμου για την έκφραση αιτίας και αποτελέσματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
順接する
Παρόν (ευγενικό)
順接します
Άρνηση (απλή)
順接しない
Άρνηση (ευγενική)
順接しません
Παρελθόν (απλό)
順接した
Παρελθόν (ευγενικό)
順接しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
順接しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
順接しませんでした
Τε-μορφή
順接して
Δυνητική
順接できる
Προστακτική
順接しろ
Βουλητική
順接しよう
Υποθετική (ば)
順接すれば