順行
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 βαίνω κατά σειρά, προχωρώ, ακολουθώ τη ροή (π.χ. της εποχής)
- 02 ευθεία κίνηση, ορθόδρομη κίνηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 順行する
- Παρόν (ευγενικό)
- 順行します
- Άρνηση (απλή)
- 順行しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 順行しません
- Παρελθόν (απλό)
- 順行した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 順行しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 順行しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 順行しませんでした
- Τε-μορφή
- 順行して
- Δυνητική
- 順行できる
- Προστακτική
- 順行しろ
- Βουλητική
- 順行しよう
- Υποθετική (ば)
- 順行すれば
- Υποθετική (たら)
- 順行したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 順行したい
- Απαγορευτική (~な)
- 順行するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 順行しなさい
- Παθητική
- 順行される
- Αιτιατική
- 順行させる