あずける

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφήνω (στη φύλαξη κάποιου), εμπιστεύομαι, παραδίδω, καταθέτω
  2. 02 αναθέτω (την ευθύνη), αφήνω (σε κάποιον) να αποφασίσει
  3. 03 ακουμπώ, στηρίζομαι (σε κάτι)

Παραδείγματα

  • 荷物にもつあずけます

    Θα αφήσω τις αποσκευές μου.

  • 銀行ぎんこうお金おかねあずけます

    Θα καταθέσω χρήματα στην τράπεζα.

  • 子供こどもははあずけて仕事しごとかけました。

    Άφησα το παιδί μου στη μητέρα μου και πήγα στη δουλειά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
預ける
Παρόν (ευγενικό)
預けます
Άρνηση (απλή)
預けない
Άρνηση (ευγενική)
預けません
Παρελθόν (απλό)
預けた
Παρελθόν (ευγενικό)
預けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
預けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
預けませんでした
Τε-μορφή
預けて
Δυνητική
預けられる
Προστακτική
預けろ
Βουλητική
預けよう
Υποθετική (ば)
預ければ