とん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οπισθοδρόμηση, αδιέξοδο, στασιμότητα, εμπόδιο, αποτυχία

Κλίση

Παρόν (απλό)
頓挫する
Παρόν (ευγενικό)
頓挫します
Άρνηση (απλή)
頓挫しない
Άρνηση (ευγενική)
頓挫しません
Παρελθόν (απλό)
頓挫した
Παρελθόν (ευγενικό)
頓挫しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
頓挫しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
頓挫しませんでした
Τε-μορφή
頓挫して
Δυνητική
頓挫できる
Προστακτική
頓挫しろ
Βουλητική
頓挫しよう
Υποθετική (ば)
頓挫すれば