りょうかいしんぱん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραβίαση χωρικών υδάτων, εισβολή στα χωρικά ύδατα

Κλίση

Παρόν (απλό)
領海侵犯する
Παρόν (ευγενικό)
領海侵犯します
Άρνηση (απλή)
領海侵犯しない
Άρνηση (ευγενική)
領海侵犯しません
Παρελθόν (απλό)
領海侵犯した
Παρελθόν (ευγενικό)
領海侵犯しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
領海侵犯しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
領海侵犯しませんでした
Τε-μορφή
領海侵犯して
Δυνητική
領海侵犯できる
Προστακτική
領海侵犯しろ
Βουλητική
領海侵犯しよう
Υποθετική (ば)
領海侵犯すれば