りょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσημο κυριαρχία επί (της γης, της επικράτειας κάποιου κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
領知する
Παρόν (ευγενικό)
領知します
Άρνηση (απλή)
領知しない
Άρνηση (ευγενική)
領知しません
Παρελθόν (απλό)
領知した
Παρελθόν (ευγενικό)
領知しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
領知しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
領知しませんでした
Τε-μορφή
領知して
Δυνητική
領知できる
Προστακτική
領知しろ
Βουλητική
領知しよう
Υποθετική (ば)
領知すれば