りょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατάσχεση, φύλαξη σε δικαστική επιμέλεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
領置する
Παρόν (ευγενικό)
領置します
Άρνηση (απλή)
領置しない
Άρνηση (ευγενική)
領置しません
Παρελθόν (απλό)
領置した
Παρελθόν (ευγενικό)
領置しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
領置しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
領置しませんでした
Τε-μορφή
領置して
Δυνητική
領置できる
Προστακτική
領置しろ
Βουλητική
領置しよう
Υποθετική (ば)
領置すれば