頤で人を使う
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός διατάζω κάποιον με αυταρχικό τρόπο, φέρομαι σε κάποιον σαν υπηρέτη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 頤で人を使う
- Παρόν (ευγενικό)
- 頤で人を使います
- Άρνηση (απλή)
- 頤で人を使わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 頤で人を使いません
- Παρελθόν (απλό)
- 頤で人を使った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 頤で人を使いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 頤で人を使わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 頤で人を使いませんでした
- Τε-μορφή
- 頤で人を使って
- Δυνητική
- 頤で人を使える
- Προστακτική
- 頤で人を使え
- Βουλητική
- 頤で人を使おう
- Υποθετική (ば)
- 頤で人を使えば
- Υποθετική (たら)
- 頤で人を使ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 頤で人を使いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 頤で人を使うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 頤で人を使いなさい
- Παθητική
- 頤で人を使われる
- Αιτιατική
- 頤で人を使わせる