ほおをつねる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τσιμπώ το μάγουλο κάποιου
  2. 02 ιδιωματισμός τσιμπώ το μάγουλο μου (για να βεβαιωθώ ότι δεν ονειρεύομαι, ιδίως όταν ακούω ευχάριστα νέα, βιώνω κάτι τυχερό κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
頬をつねる
Παρόν (ευγενικό)
頬をつねります
Άρνηση (απλή)
頬をつねらない
Άρνηση (ευγενική)
頬をつねりません
Παρελθόν (απλό)
頬をつねった
Παρελθόν (ευγενικό)
頬をつねりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
頬をつねらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
頬をつねりませんでした
Τε-μορφή
頬をつねって
Δυνητική
頬をつねれる
Προστακτική
頬をつねれ
Βουλητική
頬をつねろう
Υποθετική (ば)
頬をつねれば