あたまがらない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός υπολείπομαι κάποιου (λόγω έλλειψης εξουσίας, δύναμης ή χρέους), αδυνατώ να σταθώ ισότιμα απέναντι σε κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
頭が上がらない
Παρόν (ευγενικό)
頭が上がらないです
Άρνηση (απλή)
頭が上がらなくない
Άρνηση (ευγενική)
頭が上がらなくないです
Παρελθόν (απλό)
頭が上がらなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
頭が上がらなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
頭が上がらなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
頭が上がらなくなかったです
Τε-μορφή
頭が上がらなくて
Υποθετική (ば)
頭が上がらなければ