あたままわ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατανοώ, αντιλαμβάνομαι, σκέφτομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
頭が回る
Παρόν (ευγενικό)
頭が回ります
Άρνηση (απλή)
頭が回らない
Άρνηση (ευγενική)
頭が回りません
Παρελθόν (απλό)
頭が回った
Παρελθόν (ευγενικό)
頭が回りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
頭が回らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
頭が回りませんでした
Τε-μορφή
頭が回って
Δυνητική
頭が回れる
Προστακτική
頭が回れ
Βουλητική
頭が回ろう
Υποθετική (ば)
頭が回れば