あたまのぼ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι έξαλλος, χάνω την ψυχραιμία μου, εκνευρίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
頭に血が上る
Παρόν (ευγενικό)
頭に血が上ります
Άρνηση (απλή)
頭に血が上らない
Άρνηση (ευγενική)
頭に血が上りません
Παρελθόν (απλό)
頭に血が上った
Παρελθόν (ευγενικό)
頭に血が上りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
頭に血が上らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
頭に血が上りませんでした
Τε-μορφή
頭に血が上って
Δυνητική
頭に血が上れる
Προστακτική
頭に血が上れ
Βουλητική
頭に血が上ろう
Υποθετική (ば)
頭に血が上れば