あたまをよぎる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περνάει από το μυαλό μου, έρχεται στο νου μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
頭をよぎる
Παρόν (ευγενικό)
頭をよぎります
Άρνηση (απλή)
頭をよぎらない
Άρνηση (ευγενική)
頭をよぎりません
Παρελθόν (απλό)
頭をよぎった
Παρελθόν (ευγενικό)
頭をよぎりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
頭をよぎらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
頭をよぎりませんでした
Τε-μορφή
頭をよぎって
Δυνητική
頭をよぎれる
Προστακτική
頭をよぎれ
Βουλητική
頭をよぎろう
Υποθετική (ば)
頭をよぎれば