あたまげる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκύβω το κεφάλι, υποκλίνομαι
  2. 02 ζητώ συγγνώμη, απολογούμαι
  3. 03 υποκλίνομαι, υποχωρώ, θαυμάζω

Παραδείγματα

  • かれあたまげた

    Υποκλίθηκε.

  • かれ間違まちがいをみとめ、あたまげてあやまった。

    Παραδέχτηκε το λάθος του και ζήτησε συγγνώμη υποκλινόμενος.

  • どんな理不尽りふじん要求ようきゅうにもあたまげるわけにはいかない。

    Δεν μπορώ να υποχωρήσω σε καμία παράλογη απαίτηση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
頭を下げる
Παρόν (ευγενικό)
頭を下げます
Άρνηση (απλή)
頭を下げない
Άρνηση (ευγενική)
頭を下げません
Παρελθόν (απλό)
頭を下げた
Παρελθόν (ευγενικό)
頭を下げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
頭を下げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
頭を下げませんでした
Τε-μορφή
頭を下げて
Δυνητική
頭を下げられる
Προστακτική
頭を下げろ
Βουλητική
頭を下げよう
Υποθετική (ば)
頭を下げれば