あたま使つか

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χρησιμοποιώ το μυαλό μου, σκέφτομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
頭を使う
Παρόν (ευγενικό)
頭を使います
Άρνηση (απλή)
頭を使わない
Άρνηση (ευγενική)
頭を使いません
Παρελθόν (απλό)
頭を使った
Παρελθόν (ευγενικό)
頭を使いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
頭を使わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
頭を使いませんでした
Τε-μορφή
頭を使って
Δυνητική
頭を使える
Προστακτική
頭を使え
Βουλητική
頭を使おう
Υποθετική (ば)
頭を使えば