あたまえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αλλάζω τρόπο σκέψης, μεταβάλλω την κατεύθυνση των σκέψεών μου, εστιάζω σε ένα νέο θέμα, υιοθετώ νέα νοοτροπία

Κλίση

Παρόν (απλό)
頭を切り替える
Παρόν (ευγενικό)
頭を切り替えます
Άρνηση (απλή)
頭を切り替えない
Άρνηση (ευγενική)
頭を切り替えません
Παρελθόν (απλό)
頭を切り替えた
Παρελθόν (ευγενικό)
頭を切り替えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
頭を切り替えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
頭を切り替えませんでした
Τε-μορφή
頭を切り替えて
Δυνητική
頭を切り替えられる
Προστακτική
頭を切り替えろ
Βουλητική
頭を切り替えよう
Υποθετική (ば)
頭を切り替えれば