あたまひね

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προβληματίζομαι για κάτι, σκέφτομαι έντονα, σπάω το κεφάλι μου για κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
頭を捻る
Παρόν (ευγενικό)
頭を捻ります
Άρνηση (απλή)
頭を捻らない
Άρνηση (ευγενική)
頭を捻りません
Παρελθόν (απλό)
頭を捻った
Παρελθόν (ευγενικό)
頭を捻りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
頭を捻らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
頭を捻りませんでした
Τε-μορφή
頭を捻って
Δυνητική
頭を捻れる
Προστακτική
頭を捻れ
Βουλητική
頭を捻ろう
Υποθετική (ば)
頭を捻れば