うなずける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συμφωνώ, αποδέχομαι, βρίσκω κάτι αποδεκτό, πείθομαι, κατανοώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
頷ける
Παρόν (ευγενικό)
頷けます
Άρνηση (απλή)
頷けない
Άρνηση (ευγενική)
頷けません
Παρελθόν (απλό)
頷けた
Παρελθόν (ευγενικό)
頷けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
頷けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
頷けませんでした
Τε-μορφή
頷けて
Δυνητική
頷けられる
Προστακτική
頷けろ
Βουλητική
頷けよう
Υποθετική (ば)
頷ければ