たよりになる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είμαι αξιόπιστος

Παραδείγματα

  • わたしちちたよりになります

    Ο πατέρας μου είναι αξιόπιστος.

  • かれはいつもたよりになるので、仕事しごとまかせられます。

    Είναι πάντα αξιόπιστος, γι' αυτό μπορώ να του αναθέσω τη δουλειά.

  • なにか問題もんだいきたときに、たよりになるひとがいると、とても心強こころづよいものです。

    Όταν προκύπτει κάποιο πρόβλημα, το να έχεις έναν άνθρωπο που μπορείς να βασιστείς είναι πολύ καθησυχαστικό.

Κλίση

Παρόν (απλό)
頼りになる
Παρόν (ευγενικό)
頼りになります
Άρνηση (απλή)
頼りにならない
Άρνηση (ευγενική)
頼りになりません
Παρελθόν (απλό)
頼りになった
Παρελθόν (ευγενικό)
頼りになりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
頼りにならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
頼りになりませんでした
Τε-μορφή
頼りになって
Δυνητική
頼りになれる
Προστακτική
頼りになれ
Βουλητική
頼りになろう
Υποθετική (ば)
頼りになれば