たよりに

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είμαι αξιόπιστος, είμαι φερέγγυος

Κλίση

Παρόν (απλό)
頼りに出来る
Παρόν (ευγενικό)
頼りに出来ます
Άρνηση (απλή)
頼りに出来ない
Άρνηση (ευγενική)
頼りに出来ません
Παρελθόν (απλό)
頼りに出来た
Παρελθόν (ευγενικό)
頼りに出来ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
頼りに出来なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
頼りに出来ませんでした
Τε-μορφή
頼りに出来て
Δυνητική
頼りに出来られる
Προστακτική
頼りに出来ろ
Βουλητική
頼りに出来よう
Υποθετική (ば)
頼りに出来れば