頼る
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 βασίζομαι σε, στηρίζομαι σε, εξαρτώμαι από, υπολογίζω σε, προσφεύγω σε (για βοήθεια), καταφεύγω σε (για βοήθεια)
Παραδείγματα
-
友達に頼ります。
Υπολογίζω στον φίλο μου.
-
困った時は、いつも家族に頼っています。
Όταν βρίσκομαι σε δύσκολη θέση, πάντα καταφεύγω στην οικογένειά μου.
-
新しい事業を始めるにあたり、専門家の知識に頼ることが成功への鍵となります。
Για να ξεκινήσουμε μια νέα επιχείρηση, είναι βασικό να στηριχθούμε στις γνώσεις των ειδικών.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 頼る
- Παρόν (ευγενικό)
- 頼ります
- Άρνηση (απλή)
- 頼らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 頼りません
- Παρελθόν (απλό)
- 頼った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 頼りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 頼らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 頼りませんでした
- Τε-μορφή
- 頼って
- Δυνητική
- 頼れる
- Προστακτική
- 頼れ
- Βουλητική
- 頼ろう
- Υποθετική (ば)
- 頼れば
- Υποθετική (たら)
- 頼ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 頼りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 頼るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 頼りなさい
- Παθητική
- 頼られる
- Αιτιατική
- 頼らせる