題する
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 τιτλοφορούμαι (π.χ. ένα βιβλίο), ονομάζομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 題する
- Παρόν (ευγενικό)
- 題します
- Άρνηση (απλή)
- 題しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 題しません
- Παρελθόν (απλό)
- 題した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 題しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 題しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 題しませんでした
- Τε-μορφή
- 題して
- Δυνητική
- 題できる
- Προστακτική
- 題しろ
- Βουλητική
- 題しよう
- Υποθετική (ば)
- 題すれば
- Υποθετική (たら)
- 題したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 題したい
- Απαγορευτική (~な)
- 題するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 題しなさい
- Παθητική
- 題される
- Αιτιατική
- 題させる