ひたい

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενώνω τα μέτωπα, συγκεντρώνομαι (για συζήτηση), έρχομαι σε συνεννόηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
額を寄せ合う
Παρόν (ευγενικό)
額を寄せ合います
Άρνηση (απλή)
額を寄せ合わない
Άρνηση (ευγενική)
額を寄せ合いません
Παρελθόν (απλό)
額を寄せ合った
Παρελθόν (ευγενικό)
額を寄せ合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
額を寄せ合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
額を寄せ合いませんでした
Τε-μορφή
額を寄せ合って
Δυνητική
額を寄せ合える
Προστακτική
額を寄せ合え
Βουλητική
額を寄せ合おう
Υποθετική (ば)
額を寄せ合えば