あごをしゃくる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προτείνω το σαγόνι, δείχνω με το πηγούνι

Κλίση

Παρόν (απλό)
顎をしゃくる
Παρόν (ευγενικό)
顎をしゃくります
Άρνηση (απλή)
顎をしゃくらない
Άρνηση (ευγενική)
顎をしゃくりません
Παρελθόν (απλό)
顎をしゃくった
Παρελθόν (ευγενικό)
顎をしゃくりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
顎をしゃくらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
顎をしゃくりませんでした
Τε-μορφή
顎をしゃくって
Δυνητική
顎をしゃくれる
Προστακτική
顎をしゃくれ
Βουλητική
顎をしゃくろう
Υποθετική (ば)
顎をしゃくれば