かおれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός γίνομαι ευρέως γνωστός, αποκτώ φήμη

Κλίση

Παρόν (απλό)
顔が売れる
Παρόν (ευγενικό)
顔が売れます
Άρνηση (απλή)
顔が売れない
Άρνηση (ευγενική)
顔が売れません
Παρελθόν (απλό)
顔が売れた
Παρελθόν (ευγενικό)
顔が売れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
顔が売れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
顔が売れませんでした
Τε-μορφή
顔が売れて
Δυνητική
顔が売れられる
Προστακτική
顔が売れろ
Βουλητική
顔が売れよう
Υποθετική (ば)
顔が売れれば