顔が売れる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός γίνομαι ευρέως γνωστός, αποκτώ φήμη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 顔が売れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 顔が売れます
- Άρνηση (απλή)
- 顔が売れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 顔が売れません
- Παρελθόν (απλό)
- 顔が売れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 顔が売れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 顔が売れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 顔が売れませんでした
- Τε-μορφή
- 顔が売れて
- Δυνητική
- 顔が売れられる
- Προστακτική
- 顔が売れろ
- Βουλητική
- 顔が売れよう
- Υποθετική (ば)
- 顔が売れれば
- Υποθετική (たら)
- 顔が売れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 顔が売れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 顔が売れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 顔が売れなさい
- Παθητική
- 顔が売れられる
- Αιτιατική
- 顔が売れさせる