かおつなぎ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διατηρώ επαφή, παραμένω σε επικοινωνία, κάνω αισθητή την παρουσία μου
  2. 02 συστήνω (αγνώστους μεταξύ τους), γνωρίζομαι (με κάποιον)

Κλίση

Παρόν (απλό)
顔つなぎする
Παρόν (ευγενικό)
顔つなぎします
Άρνηση (απλή)
顔つなぎしない
Άρνηση (ευγενική)
顔つなぎしません
Παρελθόν (απλό)
顔つなぎした
Παρελθόν (ευγενικό)
顔つなぎしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
顔つなぎしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
顔つなぎしませんでした
Τε-μορφή
顔つなぎして
Δυνητική
顔つなぎできる
Προστακτική
顔つなぎしろ
Βουλητική
顔つなぎしよう
Υποθετική (ば)
顔つなぎすれば