かお

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προδίδω στο πρόσωπό μου (συναίσθημα, αίσθημα κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
顔に出る
Παρόν (ευγενικό)
顔に出ます
Άρνηση (απλή)
顔に出ない
Άρνηση (ευγενική)
顔に出ません
Παρελθόν (απλό)
顔に出た
Παρελθόν (ευγενικό)
顔に出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
顔に出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
顔に出ませんでした
Τε-μορφή
顔に出て
Δυνητική
顔に出られる
Προστακτική
顔に出ろ
Βουλητική
顔に出よう
Υποθετική (ば)
顔に出れば