かおひろ

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γνωστός, κοινωνικά δικτυωμένος

Κλίση

Παρόν (απλό)
顔の広い
Παρόν (ευγενικό)
顔の広いです
Άρνηση (απλή)
顔の広くない
Άρνηση (ευγενική)
顔の広くないです
Παρελθόν (απλό)
顔の広かった
Παρελθόν (ευγενικό)
顔の広かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
顔の広くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
顔の広くなかったです
Τε-μορφή
顔の広くて
Υποθετική (ば)
顔の広ければ