顔かおを出だす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι, περνάω για λίγο

Παραδείγματα

  • 彼かれが顔かおを出だしました。

    Αυτός εμφανίστηκε.

  • 仕事しごとの合間あいまに、少すこしだけ顔かおを出だします。

    Θα πεταχτώ για λίγο ενδιάμεσα από τη δουλειά.

  • 滅多めったに参加さんかできないのですが、せめて顔かおを出だしてご挨拶あいさつだけはしたいと思おもっています。

    Αν και σπάνια καταφέρνω να πάρω μέρος, τουλάχιστον θέλω να πεταχτώ για να χαιρετήσω.

Κλίση

Παρόν (απλό)
顔を出す
Παρόν (ευγενικό)
顔を出します
Άρνηση (απλή)
顔を出さない
Άρνηση (ευγενική)
顔を出しません
Παρελθόν (απλό)
顔を出した
Παρελθόν (ευγενικό)
顔を出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
顔を出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
顔を出しませんでした
Τε-μορφή
顔を出して
Δυνητική
顔を出せる
Προστακτική
顔を出せ
Βουλητική
顔を出そう
Υποθετική (ば)
顔を出せば