かおわす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συναντώ, έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο με κάποιον
  2. 02 συνεργάζομαι ως συμπρωταγωνιστής, εμφανίζομαι μαζί
  3. 03 αναμετριέμαι, έρχομαι αντιμέτωπος με κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
顔を合わす
Παρόν (ευγενικό)
顔を合わします
Άρνηση (απλή)
顔を合わさない
Άρνηση (ευγενική)
顔を合わしません
Παρελθόν (απλό)
顔を合わした
Παρελθόν (ευγενικό)
顔を合わしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
顔を合わさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
顔を合わしませんでした
Τε-μορφή
顔を合わして
Δυνητική
顔を合わせる
Προστακτική
顔を合わせ
Βουλητική
顔を合わそう
Υποθετική (ば)
顔を合わせば