かおそろえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός είμαι όλοι παρόντες (σε μια συνάντηση κ.λπ.), συγκεντρώνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
顔を揃える
Παρόν (ευγενικό)
顔を揃えます
Άρνηση (απλή)
顔を揃えない
Άρνηση (ευγενική)
顔を揃えません
Παρελθόν (απλό)
顔を揃えた
Παρελθόν (ευγενικό)
顔を揃えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
顔を揃えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
顔を揃えませんでした
Τε-μορφή
顔を揃えて
Δυνητική
顔を揃えられる
Προστακτική
顔を揃えろ
Βουλητική
顔を揃えよう
Υποθετική (ば)
顔を揃えれば