顔を突き合わせる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο (με κάποιον), συναντώ κατά πρόσωπο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 顔を突き合わせる
- Παρόν (ευγενικό)
- 顔を突き合わせます
- Άρνηση (απλή)
- 顔を突き合わせない
- Άρνηση (ευγενική)
- 顔を突き合わせません
- Παρελθόν (απλό)
- 顔を突き合わせた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 顔を突き合わせました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 顔を突き合わせなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 顔を突き合わせませんでした
- Τε-μορφή
- 顔を突き合わせて
- Δυνητική
- 顔を突き合わせられる
- Προστακτική
- 顔を突き合わせろ
- Βουλητική
- 顔を突き合わせよう
- Υποθετική (ば)
- 顔を突き合わせれば
- Υποθετική (たら)
- 顔を突き合わせたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 顔を突き合わせたい
- Απαγορευτική (~な)
- 顔を突き合わせるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 顔を突き合わせなさい
- Παθητική
- 顔を突き合わせられる
- Αιτιατική
- 顔を突き合わせさせる