かおてる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σώζω τα προσχήματα, δείχνω σεβασμό, προστατεύω τη φήμη κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
顔を立てる
Παρόν (ευγενικό)
顔を立てます
Άρνηση (απλή)
顔を立てない
Άρνηση (ευγενική)
顔を立てません
Παρελθόν (απλό)
顔を立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
顔を立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
顔を立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
顔を立てませんでした
Τε-μορφή
顔を立てて
Δυνητική
顔を立てられる
Προστακτική
顔を立てろ
Βουλητική
顔を立てよう
Υποθετική (ば)
顔を立てれば