かお

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εμφανίζομαι, παρευρίσκομαι σε συνάντηση
  2. 02 αναδύομαι, εμφανίζομαι, φαίνομαι
  3. 03 εμφανίζω το πρόσωπό μου (στην τηλεόραση, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης), αποκάλυψη προσώπου

Κλίση

Παρόν (απλό)
顔出しする
Παρόν (ευγενικό)
顔出しします
Άρνηση (απλή)
顔出ししない
Άρνηση (ευγενική)
顔出ししません
Παρελθόν (απλό)
顔出しした
Παρελθόν (ευγενικό)
顔出ししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
顔出ししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
顔出ししませんでした
Τε-μορφή
顔出しして
Δυνητική
顔出しできる
Προστακτική
顔出ししろ
Βουλητική
顔出ししよう
Υποθετική (ば)
顔出しすれば